A2 - unit 1Greek words

δέντρα
trees
Στον κήπο μας έχουμε πολλά δέντρα.
αργός
slow
Η αργή κίνηση της χελώνας είναι χαρακτηριστική του είδους της.
ησυχία
silence
Χρειάζομαι λίγη ησυχία για να διαβάσω το βιβλίο μου.
θέα
view
Η θέα από το βουνό είναι εκπληκτική.
παραδοσιακός
Traditional
Η παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας είναι πολύ όμορφη.
κατάστημα
shop
Πηγαίνω στο κατάστημα για να αγοράσω ψωμί.
ενικός
singular
πληθυντικός
plural
πλαστική σακούλα
plastic bag
Αγόρασα μια πλαστική σακούλα για να βάλω τα ψώνια μου.
έρχομαι
I'm coming
Θα έρθω στο πάρτι το Σάββατο.
κοιμάμαι
I'm sleeping
Αύριο το πρωί θα κοιμάμαι περισσότερο.
λέγομαι
My name is
Όταν με ρωτούν, λέγομαι Αντώνης.
πλένομαι
I wash
Κάθε πρωί πλένομαι πριν πάω σχολείο.
θυμάμαι
I remember
Θυμάμαι την πρώτη μέρα που πήγα σχολείο.
φτάνω
Reach
Χθες φτάσαμε στην παραλία νωρίς το πρωί.
αγόρασα
I bought
Αγόρασα ένα καινούργιο βιβλίο χθες.
ταξίδεψα
I travelled
Πέρυσι ταξίδεψα στην Κρήτη με την οικογένειά μου.
άλλαξα
Changed
Άλλαξα γνώμη για την ταινία που είδα χθες.
έφτασα
I have arrived
Έφτασα στο σχολείο νωρίς σήμερα το πρωί.
έγραψα
I wrote
Έγραψα την εργασία μου για το σχολείο χθες.
έψαξα
I searched
Έψαξα στο διαδίκτυο για πληροφορίες σχετικά με το ταξίδι.
πλήρωσα
paid
Πλήρωσα το λογαριασμό στο εστιατόριο.
άνοιξα
Opened
Άνοιξα το παράθυρο για να μπει φρέσκος αέρας.
έφτιαξα
I made
Έφτιαξα το δωμάτιό μου πριν έρθουν οι επισκέπτες.
χθες
Yesterday
Χθες πήγα στο σινεμά με τους φίλους μου.
προχθές
the day before yesterday
Προχθές έβρεξε πολύ και δεν μπορέσαμε να βγούμε έξω.
πριν από
before
Πριν από δύο χρόνια, πήγαμε διακοπές στην Κρήτη.
πέρυσι
Last year
Πέρυσι πήγαμε διακοπές στην Κρήτη.
πρόπερσι
the year before last
Πρόπερσι γιορτάσαμε τα γενέθλια της γιαγιάς με μεγάλη χαρά.
περασμένος
Last
Ο περασμένος χρόνος ήταν δύσκολος για όλους μας.
προηγούμενος
previous
Η προηγούμενη συνάντηση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα.
μίλησα
I spoke
Μίλησα με τον φίλο μου χθες το βράδυ.
γέλασα
I laughed
Όλοι γέλασαν όταν είδαμε τον φίλο μας να χορεύει.
μπόρεσα
I could
Μπόρεσα να βοηθήσω τον φίλο μου με το πρόβλημά του.
ρώτησα
I asked
Ρώτησα τους φίλους μου αν θέλουν να έρθουν.
απάντησα
I replied
Όταν με ρώτησε για το σχέδιο, απάντησα αμέσως.
ξύπνησα
I woke up
Όταν ξύπνησα, είδα ότι είχε χιονίσει έξω.
συνάντησα
I met
Συνάντησα τον φίλο μου στο καφέ.
έζησα
I lived
Έζησα σε διάφορες χώρες κατά τη διάρκεια της ζωής μου.
σταμάτησα
I stopped
Σταμάτησα να τρέχω όταν είδα τον φίλο μου.
άργησα
I'm late
Συγγνώμη που άργησα στην συνάντηση.
χρησιμοποίησα
I used
Χρησιμοποίησα τα χρώματα για να ζωγραφίσω τον πίνακα.
δίψασα
thirsty
Μετά από την προπόνηση, δίψασα πολύ και ήπια ένα ποτήρι νερό.
πείνασα
I'm hungry
Πείνασα πολύ μετά το σχολείο.
χάλασα
I broke
Χάλασα το παιχνίδι μου όταν έπεσε κάτω.
πέρασα
I passed
Πέρασα από το σχολείο για να πάρω τα βιβλία μου.
ξέχασα
I forgot
Ξέχασα το όνομα του φίλου μου.
πόνεσα
It hurt (past)
Πόνεσα πολύ μετά την προπόνηση.
κάλεσα
I called
Χθες κάλεσα την γιαγιά μου να έρθει για καφέ.
έκανα
I did
Έκανα τα μαθήματά μου χθες το βράδυ.
έφαγα
I ate
Έφαγα πίτσα χθες το βράδυ.
ήπια
drank
Στο πάρτι, ήπιαμε όλοι μαζί κρασί.
είδα
I saw
Είδα την ταινία χθες το βράδυ.
είχα
I had
Είχα ένα ωραίο όνειρο χθες το βράδυ.
είπα
I said
Είπα στην δασκάλα μου ότι διάβασα το βιβλίο.
κατάλαβα
I get it
Όταν μου εξήγησες το μάθημα, κατάλαβα καλύτερα το θέμα.
βρήκα
I found
Βρήκα το βιβλίο που έψαχνα για καιρό.
έμεινα
I stayed
Έμεινα ήσυχος παρά τις δυσκολίες.
έφερα
brought
Έφερα τα παιδιά στο πάρκο για να παίξουν.
έμαθα
I learned
Έμαθα να παίζω πιάνο όταν ήμουν μικρός.
ήρθα
came
Ήρθα νωρίς για να προλάβω την παράσταση.
παντρεύτηκα
I got married
Πέρυσι παντρεύτηκα τον καλύτερό μου φίλο.
γεννήθηκα
I was born
Γεννήθηκα το 2010 στην Αθήνα.
έφυγα
I left
Έφυγα από το σπίτι νωρίς το πρωί.
έδωσα
I gave
Έδωσα μια συμβουλή στην αδελφή μου.
έστειλα
I sent
Έστειλα τα έγγραφα στην εταιρεία χθες.
έπλυνα
washed
Έπλυνα τα πιάτα μετά το δείπνο.
έβαλα
put (past)
Έβαλα το βιβλίο στο ράφι.
έβγαλα
Retrieved from
Έβγαλα το βιβλίο από την τσάντα μου.
έπεσα
I fell
Έπεσα από το ποδήλατο και χτύπησα το γόνατό μου.
πήρα
I got
Πήρα ένα δώρο από τον φίλο μου.
μπήκα
entered
Μπήκα στο σπίτι και είδα τους φίλους μου.
βγήκα
I came out
Βγήκα από το σπίτι για να πάω στο σχολείο.
ανέβηκα
went up
Ανέβηκα στο βουνό το Σαββατοκύριακο.
κατέβηκα
went down
Κατέβηκα από το λεωφορείο και πήγα στο σπίτι.
περίμενα
I was waiting for
Περίμενα την φίλη μου για δύο ώρες.
πέθανα
I died
Ο παππούς μου πέθανε πέρυσι.
To start learning, sign up for free.